ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΠΟΥ ΟΡΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΠΟΙΝΕΣ ΓΙΑ ΜΗ ΠΛΗΡΩΜΗ ΤΕΛΩΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ


ΔΗΛΩΣΗ ΕΠΙΦΥΛΑΞΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΠΟΥ ΟΡΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΠΟΙΝΕΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΤΩΝ ΤΕΛΩΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Τα πρόστιμα και οι ποινές σε περίπτωση μη πληρωμής των τελών κυκλοφορίας, ορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 36 του νόμου 2093/92 και της υποπαραγράφου Ε.7 του άρθρου 1, του νόμου 4046/2012. Βάσει του άρθρου 36 του ν. 2093/92 αιτιολογείται στον Κ.Ο.Κ. το δικαίωμα της Τροχαίας να αφαιρεί την άδεια κυκλοφορίας και τις πινακίδες του αυτοκινήτου στην περίπτωση βεβαίωσης ότι δεν έχουν πληρωθεί τα τέλη κυκλοφορίας. Βάσει των ίδιων νόμων το ύψος των τελών διπλασιάζεται όταν αυτά πληρώνονται εμπρόθεσμα (δηλαδή εντός του έτους στο οποίο αναλογούν). Οι διατάξεις αυτές συμπληρώνονται ή αντικαθίστανται με την υποπαράγραφο Ε.7. του ν. 4046/2012, που ορίζουν ότι:

Παρ. 1 «Οι κάτοχοι των αυτοκινήτων οχημάτων είναι υπόχρεοι στην καταβολή των τελών κυκλοφορίας, που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις, χωρίς να απαιτείται
προηγούμενη ενημέρωση αυτών». Κατά παράβαση του Κώδικα είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, Κ.Ε.Δ.Ε. άρθρο 4 παρ. 1. που ορίζει ότι: «Αμα τη βεβαιώσει ποσού τινος εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται επί πειθαρχική αυτού ευθύνη να αποστείλη προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν, δυνάμενος και να κοινοποιήση ταύτην, περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις» . Και κατά παράβαση του Συντάγματος (άρθρο 20) και της ΕΣΔΑ (άρθρο 6 παρ. 1) διότι δεν νοείται επιβολή φόρου δίχως προηγούμενη κοινοποίηση καταλογιστικής πράξης εναντίον της οποίας μπορεί ο οφειλέτης να στραφεί δικαστικά. Διότι σε διαφορετική περίπτωση καταργούνται το προστατευόμενο από το Σύνταγμα, και την ΕΣΔΑ, δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης και της έννομης προστασίας από δικαστήριο, καθώς και το τεκμήριο της αθωότητας μέχρι αποδείξεως της ενοχής, δικαιώματα που υπερισχύουν των ειδικών διατάξεων ως προβλεπόμενα από το σύνταγμα και από το επικυρωμένο από την Ελλάδα Ευρωπαϊκό κείμενο της ΕΣΔΑ, που υπερισχύει του εσωτερικού δικαίου.

Στην ίδια παράγραφο ορίζεται ότι: «Σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής, μη καταβολής ή καταβολής μειωμένων τελών κυκλοφορίας, με υπαιτιότητα του φορολογουμένου, καταβάλλεται αυτοτελές πρόστιμο ίσο με τα τέλη κυκλοφορίας.» Το πρόβλημα που προκύπτει από την παράγραφο αυτή, είναι ο τρόπος ορισμού της υπαιτιότητας του φορολογούμενου. Διότι όταν η έννομη σχέση δημοσίου δικαίου που ορίζει το φορολογικό μας δικαίωμα καταλύεται από την κρατική εξουσία λόγω μη τήρησης του Συντάγματος, η υπαιτιότητα ανήκει στην εξουσία και όχι στον φορολογούμενο. Πέραν τούτου το αυτοτελές πρόστιμο παραβιάζει το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, της δίκαιης δίκης και του τεκμηρίου της αθωότητας μέχρι αποδείξεως της ενοχής, κατά παράβαση του άρθρου 20 του συντάγματος και του άρθρου 6, παρ. 1 της ΕΣΔΑ, όπως έχει ήδη επισημανθεί. Εκτός αυτών, με το αυτοτελές πρόστιμο, το οριζόμενο με υπουργική απόφαση, υποκαθίσταται η δικαστική εξουσία και ο θεσμός της δικαιοσύνης, που είναι θεμελιώδης θεσμός του πολιτεύματος (εμπίπτοντας στο άρθρο 134 παρ. 2 και 134 Α του Π.Κ. περί προσβολής του πολιτεύματος)

Στην παρ. 3 ορίζεται ότι: «Τα όργανα της Αστυνομικής Αρχής προβαίνουν σε έλεγχο των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας, μέσω εφαρμογών διαλειτουργικότητας με τα συστήματα της Γ.Γ.Π.Σ. Στις περιπτώσεις οφειλής τελών κυκλοφορίας αφαιρούνται οι πινακίδες και η άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου οχήματος με πράξη της Αστυνομικής Αρχής, από την οποία επιστρέφονται μόνο εάν ο ενδιαφερόμενος προσκομίσει το αποδεικτικό καταβολής των τελών κυκλοφορίας, καθώς και του οφειλομένου, κατά περίπτωση, προστίμου ή αποδεικτικό στοιχείο περί μη οφειλής τελών κυκλοφορίας». Δια της παραγράφου αυτής έχουμε και πάλι παράβαση του άρθρου 20 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθώς η ποινή επιβάλλεται δίχως δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, δίκαιης δίκης και του τεκμηρίου της αθωότητας μέχρι αποδείξεως της ενοχής.

Επίσης παραβιάζεται ο Κώδικας Δεοντολογίας των Αστυνομικών Οργάνων, ο οποίος στο άρθρο 2 παρ. στ, ορίζει ότι το αστυνομικό όργανο  «Ενεργεί για τη διατήρηση και την αποκατάσταση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, με σκοπό τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων όλων των πολιτών και την απρόσκοπτη κοινωνική διαβίωση, την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος…» Είναι όμως γεγονός, ότι η αφαίρεση της άδειας κυκλοφορίας και των πινακίδων του οχήματος, με τους παραπάνω όρους, είναι πράξη έλλειψης σεβασμού προς θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, τα οποία στερούνται δια της βίας, παρανόμως και αντισυνταγματικώς, κατά απενεργοποίηση και κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η υποχρέωση του αστυνομικού οργάνου να εκτελέσει την παραπάνω πράξη, το επιφορτίζει με διοικητικές ίσως και ποινικές ευθύνες (σε περίπτωση που ο πολίτης αποδείξει ότι αδικήθηκε) διότι σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. δ του Κώδικα Δεοντολογίας, «Είναι προσωπικά υπεύθυνος για τις πράξεις ή παραλείψεις του, και η εκτέλεση προδήλως παράνομων ή αντισυνταγματικών διαταγών δεν τον απαλλάσσει των ευθυνών του». Επειδή, όπως θα αποδείξουμε κατωτέρω, η αφαίρεση της άδειας κυκλοφορίας του βασικού μέσου μετακίνησης, συνεπάγεται τη στέρηση αυτού και κατά συνέπεια τη στέρηση ενός πλήθους ατομικών δικαιωμάτων όπως το δικαίωμα στη ζωή, στην εργασία, στην υγεία, στην ελεύθερη μετακίνηση και συμμετοχή στην κοινωνική ζωή, συμπεραίνουμε, ότι πρόκειται για μία πράξη «προδήλως αντισυνταγματική», που επιφορτίζει με ευθύνες τον εκτελεστή της.

Στο άρθρο 7 του Κώδικα Δεοντολογίας των αστυνομικών, ο αστυνομικός αποδέχεται να υπηρετεί τον Ελληνικό Λαό, ασκώντας την αστυνομική εξουσία που αυτός του εμπιστεύεται, (ο λαός και όχι η εξουσία) σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. Υποχρεούμενος λοιπόν από την εξουσία σε εκτέλεση διατάξεων και διαταγών αντισυνταγματικών, εξαναγκάζεται να δρα, σύμφωνα με τους νόμους αλλά όχι σύμφωνα με το σύνταγμα, γεγονός που «δεν τον απαλλάσσει των ευθυνών του». Διότι οφείλει να γνωρίζει όχι μόνον τους νόμους αλλά και το Σύνταγμα, αναγνωρίζοντάς το ως τον Ύψιστο νόμο. Οφείλει επίσης να γνωρίζει ότι σύμφωνα με το ΔΗΜΟΣΙΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΟ ΚΩΔΙΚΑ, NOMO ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 3528/2007 άρθρο 25 παρ. 3, οφείλει να μην εκτελεί αντισυνταγματικές διαταγές, ενώ η άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος, είναι ύψιστο πειθαρχικό παράπτωμα, (άρθρο 107) που επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης (άρθρο 109)

Για να δούμε όμως, γιατί οι διατάξεις των παραπάνω νόμων που ορίζουν τα πρόστιμα και τις ποινές σε περίπτωση μη πληρωμής των τελών κυκλοφορίας, είναι προδήλως αντισυνταγματικές στην εποχή μας:

Κατ’ αρχήν πρέπει να διευκρινίσουμε ότι ο νόμος 2093/1992 βάσει του οποίου επιβάλλεται η ποινή της αφαίρεσης της άδειας κυκλοφορίας σύμφωνα με τον Κ.Ο.Κ., γράφτηκε σε μια εποχή που το εισόδημα των Ελλήνων ήταν υψηλό και η ανεργία χαμηλή έως ανύπαρκτη. Το 1992 ήταν η χρονιά που άρχισαν να εισβάλλουν στη χώρα μας οι πρώτοι λαθρομετανάστες και οι αμοιβές των Ελλήνων εργατών βρίσκονταν ακόμη σε αξιοπρεπή επίπεδα. Συγκεκριμένα το ημερομίσθιο ενός εργάτη (συμπεριλαμβανομένου του ενσήμου) ήταν 30.000 δρχ, (100 ευρώ) ενώ τα υψηλότερα τέλη κυκλοφορίας (ενός οχήματος 2000 κυβικών και άνω) σύμφωνα με τον ίδιο νόμο, ήταν 50.000 δρχ, (150 ευρώ). Τα υψηλότερα τέλη κυκλοφορίας λοιπόν ήταν δυνατόν να πληρωθούν με δύο ημερομίσθια. Ενώ σήμερα, το ημερομίσθιο, αν είναι δυνατόν να ευρεθεί, αγγίζει μετά βίας τα 25 ευρώ, ενώ τα τέλη κυκλοφορίας για ίδιας κατηγορίας όχημα είναι 660 ευρώ. Απαιτείται λοιπόν η εργασία ενός πλήρους μήνα για την πληρωμή τους. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η εύρεση εργασίας σήμερα στη χώρα μας, είναι από δύσκολη έως απίθανη, και ακόμη δυσκολότερη η εύρεση μιας σταθερής και συνεχούς εργασίας, καταλαβαίνουμε ότι η πληρωμή των 660 ευρώ μπορεί να παρομοιαστεί στην καλύτερη περίπτωση με άθλο του Ηρακλή, ενός στη χειρότερη με την τιμωρία του Σίσυφου.

Παρόλο λοιπόν που ο νόμος 2093 του 1992 ενδέχεται να ήταν συνταγματικός στην εποχή του, με την έννοια ότι δεν παραβίαζε το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, καθώς απαιτούσε από τους πολίτες συμμετοχή στα δημόσια βάρη ανάλογα προς τις δυνάμεις τους, καταλαβαίνουμε ότι λόγω της αλλαγής των συνθηκών διαβίωσης και λόγω της μείωσης της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών, παύει να έχει τις προϋποθέσεις της συνταγματικότητας στις μέρες μας. Διότι, ο συγκεκριμένος νόμος θέτει ως ποινή την αφαίρεση της άδειας κυκλοφορίας στην περίπτωση αδυναμίας πληρωμής των τελών κυκλοφορίας που αντιστοιχούν στα 150 ευρώ και όχι στα 660. Είναι λοιπόν ένας νόμος λογικός αν ιδωθεί στην ολότητά του, χάνει όμως τη λογικότητα αν αποσπάσουμε ένα μέρος του, αυτό που αφορά την ποινή, για το προσαρμόσουμε σε μια νέα υπέρογκη αύξηση των τελών αφ’ ενός, και σε μια δυσμενή μείωση της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών αφ’ ετέρου.

Η βίαιη ακινητοποίηση του οχήματος, λειτουργεί ως μία πλεονάζουσα τιμωρία σε έναν ήδη τιμωρημένον πολίτη, με την υποχρέωση να πληρώσει το διπλάσιο ποσό των τελών. Και είναι αντισυνταγματική διότι στερεί τη δυνατότητα της ελεύθερης μετακίνησης που προστατεύεται από το σύνταγμα, τη δυνατότητα εργασίας και κατά συνέπεια τη δυνατότητα πληρωμής της οφειλής προς το δημόσιο, καθώς και τη δυνατότητα μετακίνησης προς εξεύρεση τροφής, τη δυνατότητα συμμετοχής στην κοινωνική ζωή, συντήρησης της οικογένειάς του κλπ. Οι μετακινήσεις αυτές που είναι απαραίτητες για την επιβίωσή μας, για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς μας καθώς και για τη  συμμετοχή στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, δεν είναι πάντοτε επιτευκτές με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, κυρίως στην ύπαιθρο όπου τα μέσα αυτά απουσιάζουν. Η ακινητοποίηση λοιπόν του ιδιωτικού μέσου μετακίνησης, απειλεί την επιβίωσή μας και την επιβίωση της οικογένειας, όταν το μέσο αυτό αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την εξεύρεση εργασίας και τροφής, κατά παράβαση ενός συνόλου άρθρων του Συντάγματος που ορίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως το άρθρο 2, που ορίζει ότι: «1. O σεβασμός και η πρoστασία της αξίας τoυ ανθρώπoυ απoτελoύν την πρωταρχική υπoχρέωση της Πoλιτείας» καθώς και το άρθρο 5 που ορίζει το δικαίωμα στη ζωή, την τιμή, την ελευθερία.

Η στέρηση του δικαιώματος της μετακίνησης, ισοδυναμεί με φυλάκιση. Με τη διαφορά ότι στους φυλακισμένους το κράτος εξασφαλίζει τα απαραίτητα για τη διαβίωσή τους αγαθά, όπως στέγη, θέρμανση, ρεύμα, νερό και τροφή, ενώ στους ελεύθερους ακόμη πολίτες, στερώντας το δικαίωμα της μετακίνησης, τους στερεί την πρόσβαση προς όλα τα απαραίτητα για την επιβίωσή τους στοιχεία, όπως η εργασία και η τροφή. Ας μην γελιόμαστε, ελάχιστες μετακινήσεις σήμερα προς εξεύρεση εργασίας και τροφής μπορούν να γίνουν με τα πόδια, και ακόμη πιο ελάχιστες με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, ειδικά στην επαρχία όπου αυτά είναι σχεδόν ανύπαρκτα. Και στις πόλεις όμως είναι βεβαιωμένο από μια σχετική έρευνα του Νέου Ι.Ν.Κ.Α. (που παραθέτω) ότι η μετακίνηση με μέσο μαζικής μεταφοράς κοστίζει έως 5 φορές ακριβότερα από την μετακίνηση στην ίδια απόσταση με Ι.Χ αυτοκίνητο, αν στο αυτοκίνητο επιβαίνει ένα άτομο, έως 10 φορές ακριβότερα αν στο Ι.Χ μεταβαίνουν 2 άτομα, και έως 20 φορές ακριβότερα, αν στο Ι.Χ επιβαίνουν 4 άτομα!
Ένα τυπικό σύγχρονο μικρό ή μεσαίο Ι.Χ. καταναλώνει στην πόλη 5-7 λίτρα καυσίμου ανά εκατό χιλιόμετρα. Αυτό σημαίνει ότι με μέση τιμή 6 lt/100 χλμ. η κατανάλωσή του είναι 0,06 λίτρο ανά χιλιόμετρο.
Με τις σημερινές τιμές διεθνούς και ημεδαπής, αλλά και κρατικής αισχροκέρδειας στα καύσιμα, ένα αυτοκίνητο που καίει βενζίνη καταναλώνει  κάτι λιγότερο από 10 λεπτά ανά χιλιόμετρο και συγκεκριμένα με τιμή αμόλυβδης 1,60/λίτρο καταναλώνει 9,6 λεπτά ανά χιλιόμετρο.
Λαμβάνοντας ως τιμή αναφοράς τα 10 λεπτά ανά λίτρο βενζίνης, συνυπολογίζοντας και τα λοιπά λειτουργικά κόστη του Ι.Χ., προκύπτει ότι με το αντίτιμο ενός εισιτηρίου των 1,40 Ευρώ, το Ι.Χ. διανύει δεκατέσσερα ολόκληρα χιλιόμετρα !!!.
              Έτσι ενδεικτικά δημιουργήσαμε τον πιο κάτω πίνακα:                 
 
ΔΙΑΔΡΟΜΗ
ΑΠΟΣΤΑΣΗ
ΚΟΣΤΟΣ Ι.Χ. ΜΕ 1 ΕΠΙΒΑΤΗ
ΚΟΣΤΟΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
ΚΑΛΛΙΘΕΑ – ΑΘΗΝΑ (Σύνταγμα)
3 χλμ
0,30
1,4
ΠΑΓΚΡΑΤΙ – ΑΘΗΝΑ
2,5 χλμ.
0,25
1,4
ΠΑΤΗΣΙΑ - ΑΘΗΝΑ
3-5 χλμ.
0,3- 0,50
1,4
ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ – ΑΘΗΝΑ 
2,5 χλμ.
0,25
1,4
ΒΥΡΩΝΑΣ – ΑΘΗΝΑ
5 χλμ.
0,50
1,4
ΖΩΓΡΑΦΟΥ – ΑΘΗΝΑ
4 χλμ.
0,40
1,4
ΓΑΛΑΤΣΙ  – ΑΘΗΝΑ
4 χλμ.
0,40
1,4
ΜΑΡΟΥΣΙ  – ΑΘΗΝΑ
11 χλμ.
1,10
1,4
ΠΕΙΡΑΙΑΣ  – ΑΘΗΝΑ
12 χλμ.
1,20
1,4
ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ – ΑΘΗΝΑ
4,5 χλμ.
0,45
1,4

Εάν μάλιστα κάποιος είναι αναγκασμένος να χρησιμοποιεί διπλές συγκοινωνίες, όπως αρκετές χιλιάδες συμπολίτες μας, το θέμα γίνεται ακόμα πιο ακραίο.
Από τον παραπάνω πίνακα διαπιστώνουμε ότι η μετακίνηση με Ι.Χ μιας τετραμελούς οικογένειας ή ομάδας εργαζόμενων στην απόσταση Παγκράτι –Αθήνα, κοστίζει 0,25 ευρώ, ενώ για την ίδια μετακίνηση με μέσα μαζικής μεταφοράς, τα  άτομα θα πρέπει να πληρώνουν καθημερινά 4*1,4 ευρώ =5,6 ευρώ, δηλαδή 22,4 φορές ακριβότερα!! Σε ετήσια βάση, υπολογίζοντας τη διαδρομή εις διπλούν με την επιστροφή, η μετακίνηση με Ι.Χ. αυτοκίνητο θα κοστίσει 365 ημέρες*0,5 ευρώ=182,5 ευρώ, ενώ με μέσα μαζικής μεταφοράς 365*2,8*4 = 4.088 ευρώ!! Αν η μετακινούμενη ομάδα χρειαστεί για την μετάβασή της στον χώρο εργασίας να πάρει δύο αστικά, (όπως συνηθίζεται) θα πρέπει σε ετήσια βάση να πληρώσει 8.000 ευρώ.
Η στέρηση λοιπόν του μέσου μετακίνησης σε άτομα που αδυνατούν να πληρώσουν τα τέλη κυκλοφορίας, και τα έως 20 φορές ακριβότερα εισιτήρια των μέσων μαζικής συγκοινωνίας, ισοδυναμεί με στέρηση του δικαιώματος μετακίνησης στη χώρα, και κατά συνέπεια με μία κατ’ οίκον φυλάκιση και απομόνωση από όλους τους πόρους επιβίωσης που μοιραία μπορεί να οδηγήσει μέχρι και στο θάνατο.
Άλλωστε, η ελεύθερη μετακίνηση στη χώρα, αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα των ελεύθερων πολιτών και όχι προνόμιο που προσφέρεται από το κράτος με ειδική άδεια επί πληρωμή!. Διότι ειδική άδεια για τη μετακίνηση, δίδεται μόνον στους φυλακισμένους.
Ενημερώνουμε λοιπόν τους εύπορους ακόμη πολίτες της χώρας μας, που νομοθετούν, δικάζουν, στερούν τα βασικά δικαιώματα επιβίωσης και φυλακίζουν τους άπορους, ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της χώρας επιβιώνει ακόμη και ελπίζει να επιβιώσει όχι χάρη στη μέριμνα του κράτους, ούτε χάρη στους σκόπιμα εξευτελισμένους μισθούς τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου τομέα, αλλά χάρη στην ευρηματικότητά του και την αξιοποίηση της γης, χάρη στις πράξεις αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας που δίχως καμία κρατική μέριμνα έχει ενστικτωδώς αναπτύξει. Πολύς κόσμος τόσο των πόλεων όσο και της υπαίθρου παίρνει τα βουνά, όπου καλλιεργεί λαχανόκηπους σε εκτάσεις των προγόνων του και μαζεύει μανιτάρια, κάστανα και βελανίδια για να εξασφαλίσει την τροφή του. Πολύς κόσμος θρέφει οικόσιτα ζώα, και η μετακίνηση προς τους νέους αυτούς πόρους επιβίωσης, είναι ΑΔΥΝΑΤΗ χωρίς ένα ΜΕΣΟ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗΣ, μιας μετακίνησης αναγκαίας που δεν μπορούν να προσφέρουν τα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι πολλοί συμπολίτες μας εξαναγκάσθηκαν ή θα εξαναγκασθούν, να χρησιμοποιήσουν το αυτοκίνητο ως τόπο μόνιμης κατοικίας, λόγω της υψηλής ανεργίας, του υψηλού κόστους απόκτησης κατοικίας και των χαμηλών μισθών.

Η στέρηση του μέσου μετακίνησης από το κράτος λόγω έλλειψης χρημάτων προς πληρωμή εισφορών, λόγω έλλειψης των χρημάτων που το ίδιο το κράτος έχει στερήσει από τους πολίτες για να τα χαρίσει στις τράπεζες ή για να τα εξαγάγει μέσω των ονομάτων της λίστας Λαγκάρντ από τη χώρα, αποτελεί παράβαση ενός συνόλου άρθρων του Συντάγματος που παρουσιάζω ευθύς αμέσως:

1.     Προσβάλλει την αξία του ανθρώπου, υποτιμώντας την ως το έσχατο σημείο της ένδειας, παρόλο που η προστασία της αποτελεί «την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας» σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος.
2.     Δημιουργεί ανισότητα δικαιωμάτων μεταξύ των Ελλήνων, χωρίζοντας τον πληθυσμό σε άτομα που έχουν δικαίωμα μετακίνησης και σε άτομα που το στερούνται. Η στέρηση του δικαιώματος μετακίνησης ισοδυναμεί με φυλάκιση, φυλάκιση μέσα στο σπίτι και το στενό περιβάλλον όπου δυνάμεθα να κινηθούμε με τα πόδια, το οποίο για πολλούς από εμάς που έχουμε προβλήματα υγείας δεν υπερβαίνει τα 100 μέτρα. Γνωρίζοντας ότι στις σημερινές σύγχρονες συνθήκες η εξεύρεση εργασίας και τροφής απαιτεί μεγαλύτερες μετακινήσεις, καταλαβαίνουμε ότι η στέρηση του μέσου μετακίνησης, χωρίζει τους πολίτες της χώρα σε δύο κατηγορίες, σε αυτούς που έχουν δικαίωμα στην επιβίωση, και σε αυτούς που το στερούνται, παραβαίνοντας φυσικά με τον πλέον επώδυνο τρόπο το άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος που ορίζει ότι: «Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις». Αξίζει εδώ να σημειωθεί, ότι συνδυάζοντας το άρθρο 4 παρ. 2 με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου, συμπεραίνουμε πως έχουμε όλοι μας ίσα δικαιώματα ανεξαρτήτως των οικονομικών μας δυνάμεων, ενώ οι οικονομικές μας υποχρεώσεις καθορίζονται από τις οικονομικές μας δυνάμεις.

Σε όλες τις εποχές, ακόμη και όταν οι αποστάσεις προς τον χώρο εργασίας ήταν μικρότερες από τις σημερινές, η επιβίωση του ανθρώπου ήταν δυνατή μόνον με τη χρήση ενός ΜΕΣΟΥ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗΣ. Τώρα είναι το αυτοκίνητο, παλαιότερα ήταν το κάρο, το άλογο και το γαϊδούρι. Ακόμη και ο πλέον διεστραμμένος δικτάτορας, δεν είχε σκεφτεί αυτό που εμπνεύστηκαν οι φωστήρες της πολιτικής μας, δηλαδή τη στέρηση του μέσου μετακίνησης, ως μέτρο εξαθλίωσης, εκφοβισμού και εκμετάλλευσης των υπηκόων του!

3.     Η παρεμπόδιση της ελεύθερης μετακίνησης, που εμπνεύσθηκαν οι πολιτικοί μας με πρόσχημα τη δημιουργία ανάπτυξης, ισοδυναμεί ιατρικά με τη δημιουργία πολλών και ταυτόχρονων εμφραγμάτων στο σώμα, εμφραγμάτων που όπως είναι επιστημονικά γνωστό, επιφέρει ακαριαίο θάνατο. Με αυτό το σκεπτικό, η παρεμπόδιση της ελεύθερης μετακίνησης απαγορεύεται αυστηρά στις Η.Π.Α, όπου δεν υπάρχουν διόδια, και τα ετήσια τέλη κυκλοφορίας όλων των αυτοκινήτων, ισοδυναμούν με 30 δολάρια. Πώς λοιπόν θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, ότι ο νόμος που περιορίζει το δικαίωμα μετακίνησης δεν αντιβαίνει στο άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι  «Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους χωρίς διάκριση;» Μήπως ο νομοθέτης του νέου Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, κάνει σαφή διάκριση μεταξύ εύπορων και άπορων, προστατεύοντας την τιμή και την ελευθερία μόνο των πρώτων, ενώ παράλληλα στερεί το πλέον απαραίτητο μέσο επιβίωσης από τους δεύτερους;

4.     Η στέρηση του μέσου μετακίνησης, γίνεται κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 4 του Συντάγματος, που δηλώνει ρητά ότι: «Απαγορεύονται ατομικά διοικητικά μέτρα που περιορίζουν σε οποιονδήποτε Έλληνα την ελεύθερη κίνηση ή εγκατάσταση στη Χώρα, καθώς και την ελεύθερη έξοδο και είσοδο σ’ αυτήν. Τέτοιου περιεχομένου περιοριστικά μέτρα είναι δυνατόν να επιβληθούν μόνο ως παρεπόμενη ποινή με απόφαση ποινικού δικαστηρίου, σε εξαιρετικές περιπτώσεις ανάγκης και μόνο για την πρόληψη αξιόποινων πράξεων, όπως ο νόμος ορίζει.» Ως «ελεύθερη κίνηση στη Χώρα» σαφέστατα δεν μπορεί να εννοηθεί η κίνηση με τα πόδια, ούτε με ποδήλατο λόγω του μεγέθους των αποστάσεων και της φυσικής αδυναμίας υλοποίησής της. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι αναφερόμενος ο νόμος «σε οποιονδήποτε Έλληνα», περιλαμβάνει και τους πολίτες με κινητικά προβλήματα, τα μικρά παιδιά, τους πτωχούς, τους αρρώστους και τους γέρους. Γνωρίζοντας επίσης ότι τα μέσα μαζικής μεταφοράς αδυνατούν να μας μεταφέρουν σε όλη την επικράτεια, και ειδικά σε περιοχές εύρεσης τροφής όπως τα δάση, οι ποταμοί, οι λίμνες και τα αγροκτήματα, καταλαβαίνουμε ότι η ελεύθερη μετακίνηση προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ιδιωτικού μέσου μετακίνησης, το οποίο σε καμιά εποχή και σε κανέναν πολιτισμό (πλην του Οθωμανικού επί της υπόδουλης Ελληνικής επικράτειας) δεν αποτελούσε είδος πολυτελείας ώστε η βαριά φορολογία να αποτελεί προϋπόθεση της χρήσης του.

5.     Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 5 του Συντάγματος, «Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της Υγείας». Η στέρηση λοιπόν του μέσου μετακίνησης, θα στερήσει από ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της χώρας, ιδίως από τον πληθυσμό της υπαίθρου, τη δυνατότητα της έγκαιρης μετακίνησης προς ένα κέντρο υγείας σε περίπτωση προβλήματος. Πέραν τούτου, σε μια εποχή όπου το κρατικό σύστημα υγείας έχει καταρρεύσει, οι πολίτες έχουν το συνταγματικό δικαίωμα να φροντίζουν μόνοι τους για την υγεία τους, συλλέγοντας βότανα από τα βουνά, προς αντικατάσταση των ακριβών και δυσεύρετων ιατρικών φαρμάκων. Γεγονός που επίσης απαιτεί μέσο μετακίνησης. Έχουν επίσης το δικαίωμα και την υποχρέωση να φροντίσουν τους συμπολίτες τους, ακόμη περισσότερο τους συγγενείς και τους γηραιούς γονείς τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση μου, διότι κατοικώ σε μια περιοχή που απέχει 110 χιλιόμετρα από την κατοικία των γηραιών και άρρωστων γονιών μου, και 620 χιλιόμετρα από την κατοικία των επίσης γηραιών και άρρωστων γονιών της συζύγου μου, των οποίων έχουμε αναλάβει τη φροντίδα και πρέπει, (δικαιούμαστε σύμφωνα με το σύνταγμα), να φροντίζουμε την υγεία τους, επομένως και να παρευρισκόμαστε στις κατοικίες τους συχνά και άμεσα κάθε φορά που αυτό απαιτείται. Αυτή είναι άλλη μία χαρακτηριστική περίπτωση όπου τα μέσα μαζικής μεταφοράς αδυνατούν να μας μεταφέρουν στον προορισμό μας άμεσα και στην ώρα που απαιτείται, κυρίως τη νύχτα.

6.     Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του Συντάγματος, «Τα βασανιστήρια, οποιαδήποτε σωματική κάκωση, βλάβη υγείας, ή άσκηση ψυχολογικής βίας, καθώς και κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαγορεύονται και τιμωρούνται όπως ο νόμος ορίζει.». Η απαίτηση λοιπόν ακινητοποίησης του οχήματος, είναι ένα είδος σύγχρονου βασανιστηρίου, που χρησιμοποιώντας άσκηση ψυχολογικής βίας, στοχεύει στην προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας με στόχο την βίαιη εξεύρεση χρημάτων προς πληρωμή των τελών κυκλοφορίας. Θεωρείται βασανιστήριο, διότι επιβάλλεται σε ένα άτομο επί του οποίου έχει ήδη επιβληθεί μία βαρύτατη ποινή, που ισοδυναμεί με την απαίτηση πληρωμής του διπλάσιου των τελών κυκλοφορίας (που ήδη έχει δηλώσει ότι αδυνατεί να πληρώσει) συν της επιβολής του διοικητικού προστίμου. Η επιβολή μετακίνησης με τα πόδια προς τον χώρο της εργασίας ή της εξεύρεσης τροφής, ο οποίος ενδέχεται να βρίσκεται πολλά χιλιόμετρα μακριά από τον χώρο διαμονής, επιβάλλεται ως ένα επιπρόσθετο βασανιστήριο μακράς διαρκείας, για τους πολίτες που λόγω των δύσκολων οικονομικών συνθηκών δεν θα καταφέρουν να βρουν τα χρήματα που αντιστοιχούν στο διπλάσιο των τελών κυκλοφορίας. Το βασανιστήριο αυτό μπορεί να μεγεθυνθεί ανεξέλεγκτα αν οι βασανιζόμενοι από τα όργανα της τάξης, χάσουν την εργασία τους εξ’ αιτίας των συχνών καθυστερήσεων ή ακόμη και της αδυναμίας προσέλευσης στον χώρο εργασίας. Σε κατάσταση σκληρών βασανιστηρίων επίσης θα βρεθούν πολλοί πολίτες μας που θα ασθενήσουν και θα αδυνατούν να μεταβούν έγκαιρα σε ένα κέντρο θεραπείας, ή που θα έχουν άρρωστους γονείς, συγγενείς και φίλους, τους οποίους θα αδυνατούν να τους επισκεφθούν.

7.     Σύμφωνα με το άρθρο 17, παρ. 2, «Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση.».  Η αφαίρεση της άδειας κυκλοφορίας και των πινακίδων, και η υποχρέωση ακινητοποίησης του οχήματος, αποτελεί στην ουσία στέρηση αυτού ως περιουσίας. Διότι αποτελεί ένα είδος ιδιότυπης περιουσίας, που έχει αξία μόνον όταν βρίσκεται σε κίνηση. Ακινητοποιημένο λοιπόν χάνει την αξία του, διότι χάνει τη χρησιμότητά του και το λόγο της ύπαρξής του. Πέραν τούτου η χρηματική αξία ενός οχήματος δεν διαρκεί περισσότερα από 10 έτη, με την παρέλευση των οποίων γίνεται άχρηστο, είτε βρίσκεται σε κίνηση είτε όχι. Το μέσο μετακίνησης ως περιουσία, έχει αξία όταν κινείται. Ακριβώς όπως η κατοικία έχει αξία όταν κατοικείται. Και όπως το αγρόκτημα έχει αξία όταν καλλιεργείται. Αν λοιπόν πετάξουμε τον ιδιοκτήτη μίας κατοικίας στον δρόμο, στην ουσία του στερούμε την περιουσία του, παρόλο που τυπικά αυτή παραμένει γραμμένη στο όνομά του. Τέτοιο παράδειγμα στέρησης περιουσίας έζησαν οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας και του Πόντου, καθώς και οι πολιτικοί πρόσφυγες του εμφυλίου πολέμου, οι οποίοι στερήθηκαν μία περιουσία που ενδεχομένως παρέμενε εγγεγραμμένη στο όνομά τους αλλά δεν είχαν δικαίωμα να τη χρησιμοποιήσουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι πρόσφυγες της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι στερήθηκαν την περιουσία τους όχι με άσκηση βίας αλλά με την επιβολή σκληρών φόρων όπως προβλέπεται ότι θα συμβεί και στη χώρα μας στις μέρες μας. Η στέρηση της περιουσίας λοιπόν ισοδυναμεί με την απαγόρευση χρήσης της, και ειδικά στην περίπτωση του αυτοκινήτου το οποίο μέσα σε λίγα χρόνια χάνει παντελώς την μεταπωλητική του αξία και κατά συνέπεια δεν μπορεί να εννοηθεί ως περιουσία ακόμη και όταν τυπικά είναι εγγεγραμμένο στην ιδιοκτησία ενός πολίτη.

Αν λοιπόν ο νομοθέτης στερεί την περιουσία μας απαγορεύοντάς μας την χρήση της, «για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο και όπως ο νόμος ορίζει» πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, «να προηγηθεί πλήρης αποζημίωση». Η αποζημίωση αυτή θα έπρεπε τουλάχιστον να ισοδυναμεί με το τέλος ταξινόμησης που έχουμε προπληρώσει για να αποκτήσουμε το δικαίωμα χρήσης της συγκεκριμένης περιουσίας μας. Στην περίπτωση αυτή μπορούμε επίσης να κατηγορήσουμε το κράτος για εξαπάτηση, ειδικά στις περιπτώσεις των αυτοκινήτων άνω των 2000 κυβικών, διότι πληρώνοντας το δικαίωμα χρήσης τους με τα υπέρογκα τέλη ταξινόμησης, δεν προσδιορίστηκαν εξ αρχής όλοι οι όροι χρήσης, (όπως συμβαίνει σε κάθε πολιτισμένη συμφωνία μεταξύ έντιμων κυρίων) όπως για παράδειγμα το αυθαίρετο «δικαίωμα» του κράτους να αυξάνει τα ετήσια τέλη κατά 50 έως και 100%! να θεωρεί το αυτοκίνητο τεκμήριο πολυτελείας παρά την φθορά και παλαιότητά του, να το θεωρεί τεκμήριο πολυτελείας ακόμη και αν είναι σχεδόν κατεστραμμένο με μόνη αιτιολογία ότι κινείται.

8.     Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος». Είναι βέβαιο ότι η στέρηση του μέσου μετακίνησης προς τον χώρο εργασίας, και ειδικά όταν τα μέσα μαζικής μεταφοράς δεν προσφέρουν τέτοια δυνατότητα, συνεπάγεται και αντίστοιχη στέρηση του δικαιώματος της εργασίας.

9.     Σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, «H oικoγένεια, ως θεμέλιo της συντήρησης και πρoαγωγής τoυ Έθνoυς, καθώς και o γάμoς, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελoύν υπό την πρoστασία τoυ Kράτoυς.
Όλοι οι παραπάνω λόγοι, και κυρίως η στέρηση του δικαιώματος εργασίας και μετακίνησης προς εξεύρεση τροφής, κλονίζουν την οικογένεια, και καθ’ επέκταση το θεμέλιο συντήρησης και προαγωγής του Έθνους μας. Υπάρχουν χιλιάδες οικογένειες τα ενήλικα μέλη των οποίων εργάζονται σε διαφορετικές τοποθεσίες, και το μέσο μετακίνησης είναι απαραίτητο για την μεταξύ τους συνεύρεση και επικοινωνία. Η στέρησή του είναι βέβαιο ότι θα επιφέρει ρήξη των ενωτικών δεσμών τους που ενδεχομένως θα οδηγήσει στον χωρισμό. Η στέρηση του μέσου μετακίνησης θα οδηγήσει σε αδυναμία ανατροφής των παιδιών, καθώς και σε αδυναμία παροχής των αναγκαίων αγαθών για την ανάπτυξή τους όπως η τροφή, η ιατρική περίθαλψη και η μόρφωση. Ας σκεφθούμε τα χιλιάδες παιδιά, κυρίως της επαρχίας, που μεταφέρονται από τους γονείς τους με ιδιωτικά μέσα μετακίνησης προς τους ιδιωτικούς και δημόσιους τόπους εκπαίδευσης.

10.   Σύμφωνα με την Aκρoτελεύτια διάταξη,

Άρθρo 120 του Συντάγματος, που ορίζει ότι:
2. O σεβασμός στo Σύνταγμα και τoυς νόμoυς πoυ συμφωνoύν με αυτό και η αφoσίωση στην Πατρίδα και τη Δημoκρατία απoτελoύν θεμελιώδη υπoχρέωση όλων των Eλλήνων.
4. H τήρηση τoυ Συντάγματoς επαφίεται στoν πατριωτισμό των Eλλήνων, πoυ δικαιoύνται και υπoχρεoύνται να αντιστέκoνται με κάθε μέσo εναντίoν oπoιoυδήπoτε επιχειρεί να τo καταλύσει με τη βία.

Καταλαβαίνουμε ότι ΟΛΟΙ ΜΑΣ, πολίτες, δικαστές και διοικητικά όργανα, οφείλουμε να καταγγείλουμε τις παραπάνω παραβάσεις του Συντάγματος, που επιχειρεί να μας επιβάλλει το κράτος με πρόθεση την άσκηση ψυχολογικής βίας, και ότι φυσικά, έχουμε κάθε δικαίωμα να προστατεύσουμε, όπως το Σύνταγμα ορίζει, το δικαίωμά μας στην εργασία, στην υγεία, στην αξιοπρέπεια, στην ελεύθερη εκδήλωση της προσωπικότητας και της συμμετοχής στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας μας, έστω και αν για την επίτευξη των παραπάνω στόχων πρόκειται να κινηθούμε με ένα μέσο μετακίνησης του οποίου παράνομα και αντισυνταγματικά κάποιος Υπουργός ή νομοθέτης μας στέρησε το δικαίωμα χρήσης. Διότι το άρθρο 120 στην παρ. 4 ορίζει, πως δικαιούμαστε και υποχρεούμαστε να αντιστεκόμαστε «με κάθε μέσο».  Συνεπώς, το άρθρο 120 δικαιολογεί την μετακίνησή μας με ένα μέσο, του οποίου αντισυνταγματικά απαγορεύτηκε η χρήση, ως τρόπο αντίστασης.  

11.  Ο Νόμος 2093/92 δια του άρθρου 36 που ορίζει τα τέλη κυκλοφορίας και τις ποινές, παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα όπως αυτά ορίζονται από τη τη Σύμβαση της Ρώμης (Ν. 2329/1953), και το ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 53/1974 (ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΑΣΠΙΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ (ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ)) η οποία στο άρθρο 6 παρ. 1. ορίζει ότι:  «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως.»
Και στην παρ. 2 «Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι           είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του.»

Ο τρόπος όμως επιβολής και είσπραξης των τελών, δεν επιτρέπει το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης και αναιρεί το τεκμήριο της αθωότητας των πολιτών, πριν η υπόθεσίς τους δικασθή δικαίως, παραβιάζοντας σαφώς τα δικαιώματά τους. Η αναίρεση του τεκμηρίου της αθωότητας, αποτελεί τη βάση για τους νομοθέτες του άρθρου 36 του Ν. 2093/92 που επιβάλλει την ποινή της αφαίρεσης των πινακίδων και της άδειας κυκλοφορίας, της επιβολής προστίμου καθώς και του διπλασιασμού των τελών, ως πράξη τιμωρίας για μία παράβαση πριν αυτή εκδικασθεί.

12.  Από τα παραπάνω, γίνεται γνωστή η σοβαρότητα της επιβαλλόμενης ποινής, για μη πληρωμή των τελών κυκλοφορίας. Αφού λοιπόν επιβάλλεται μία τόσο σοβαρή ποινή, που οδηγεί στη στέρηση του βασικού μεταφορικού μέσου και κατά συνέπεια στη στέρηση της δυνατότητας μετακίνησης που ισοδυναμεί με στέρηση της ελευθερίας, είναι αυτονόητο ότι η εκδίκαση της αδυναμίας πληρωμής τελών κυκλοφορίας, θα έπρεπε να γίνεται από την δικαστική και όχι από τη νομοθετική εξουσία. Διότι η αυθαίρετη πράξη των νομοθετών, να ορίσουν το ποσό και το είδος της ποινής, και μάλιστα με τρόπο αμετάκλητο, υποκαθιστά τη δικαιοσύνη καταλύοντας έναν θεμελιώδη θεσμό του Πολιτεύματος, εμπίπτοντας έτσι στο άρθρο 134 παρ. 2 και 134Α του Π.Κ. περί προσβολής του πολιτεύματος και εσχάτης προδοσίας.  Επειδή ο θεσμός της Δημοκρατίας, βασίζεται στην ανεξαρτησία της Δικαστικής από την Νομοθετική κα την Εκτελεστική εξουσία, (Σύνταγμα άρθρο 26) όταν δια των δύο τελευταίων υποκαθίσταται η δικαιοσύνη, στην ουσία καταλύεται ο θεσμός της Δημοκρατίας. Η κατάλυση της Δημοκρατίας επέρχεται και λόγω της αδυναμίας πρόσβασης των πολιτών στη δικαιοσύνη λόγω αδυναμίας πληρωμής της, διότι υπ’ αυτόν τον όρο ο θεσμός της δικαιοσύνης απενεργοποιείται, διαρκώς ή προσκαίρως κατά παράβαση του άρθρου 134 παρ. 2 και 134 Α του Π.Κ.

Η εξάρτηση ή αντικατάσταση της δικαστικής εξουσίας από την νομοθετική και την εκτελεστική, μπορεί να ερμηνευτεί ως σφετερισμός της, επιτρέποντας στους Έλληνες Πολίτες να ενεργοποιήσουν το ακροτελευταία διάταξη του Συντάγματος σύμφωνα με την οποία (άρθρο 120 παρ. 3) «Ο σφετερισμός, με οποιονδήποτε τρόπο της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή, διώκεται μόλις αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία». Η δικαστική εξουσία είναι μία από τις τρεις εξουσίες του λαού (Δικαστική, Νομοθετική, Εκτελεστική) και κατά συνέπεια ο σφετερισμός της από τους νομοθέτες και τα μέλη της κυβέρνησης αποτελεί συνταγματική παράβαση και αδίκημα που διώκεται από κάθε νόμιμη εξουσία. Το γεγονός ότι στην Ελλάδα η υποβάθμιση, η απενεργοποίηση διαρκώς ή προσκαίρως και η υποκατάσταση της Δικαιοσύνης  έφτασε σε σημείο να θεωρείται ένα συνηθισμένο γεγονός, το οποίο δεν διώκεται, αποτελεί άλλη μια απόδειξη ότι η εξουσία δεν είναι νόμιμη. Με αποτέλεσμα, η τήρηση του Συντάγματος και της νομιμότητας να επαφίεται στον πατριωτισμό μας, διότι δικαιούμαστε και υποχρεούμαστε να αντιστεκόμαστε με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία.

Το άρθρο 6 παρ. 1. της Συνθήκης της Ρώμης, που ορίζει ότι:  «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως.»
Και ότι (παρ. 2) «Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι  είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του.»

προκύπτει και από την ορθή ερμηνεία βάσει του Ελληνικού Συντάγματος, της έννοιας της διακρίσεως των τριών εξουσιών. Διότι μόνον όταν η δικαστική εξουσία υποβαθμίζεται και υποκαθίσταται από την νομοθετική και την εκτελεστική, οι πολίτες επιβαρύνονται με ποινές, χάνοντας το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης και της δίκαιης δίκης εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα.  Αφού λοιπόν στην Ελλάδα έχουμε χάσει αυτό το δικαίωμα, κυρίως για υποθέσεις που αφορούν πληρωμές τελών, έκτακτων εισφορών και φόρων, σύμφωνα με την κοινή λογική που οι κρατικοί λειτουργοί δεν δικαιούνται να υποτιμούν, η Συνταγματική Δημοκρατία έχει καταλυθεί. Διότι ούτε το δικαίωμα μιας δίκης έχουμε, αφού αυτό έχει περιοριστεί μόνον στην εύπορη κοινωνική τάξη που μπορεί να χρηματοδοτήσει μια μακροχρόνια αντιδικία με το κράτος το αποφασισμένο να χρησιμοποιήσει όλα τα ένδικα μέσα, ούτε οι προθεσμίες είναι λογικές αλλά διαιωνίζονται, ούτε εν τέλει μας παρέχεται η βεβαιότητα ότι τα δικαστήρια είναι αμερόληπτα και νόμιμα, αφού σε πολλές περιπτώσεις οι αποφάσεις τους προκαθορίζονται από τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία.

ΑΛΚΑΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
http://www.facebook.com/alkaiosi




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου